Etymologia Archive - Etymologia.gr

Αμφιθυμία

αμφιθυμία < αμφίθυμος < αμφι- + θυμός (διάθεση) + -ία (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλικά ambivalence) θυμός < αρχαία ελληνική θυμός θυμός < πρωτοελληνική tʰūmós (καπνός, αναπνοή, ψυχή) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dʰuh₂mós ‎(καπνός)

Ατέρμονος

ατέρμονος < αρχαία ελληνική ἀτέρμων < ἀ- + τέρμα τέρμα < αρχαία ελληνική τέρμα, το τέλος μιας διαδρομής

Ένστικτο

ένστικτο < αντιδάνειο από το γαλλικό (instict) From Latin instinctus, past participle of instinguere (“to incite, to instigate”), from in (“in, on”) + stinguere (“to prick”)

Αυτογνωσία

αυτογνωσία=γνώση του εαυτού αυτογνωσία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική autognosie < αρχαία ελληνική αὐτός + γνῶσις γνῶσις < γιγνώσκω γιγνώσκω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵneh₃- (γνωρίζω) (θέμα γνω με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό και πρόσφυμα σκ· με μετάπτωση, το ασθενές θέμα γνο)

Ενδοσκόπηση

ενδοσκόπηση < γαλλική endoscopie endoscope < endo- + -scope -σκόπιο < σκοπέω σκοπέω < σκοπός < σκέπτομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *speḱ- Σημασιολογία: κοιτάζω προς τα μέσα, παρατηρώ, εξετάζω, προσέχω, αγρυπνώ, ερευνώ (μεταγενέστερη μορφή το σκοπεύω) σκοπέειν τινά τα ἑαυτοῦ (γνωμικό: ο καθένας να κοιτάζει τη δουλειά του, τα δικά του)

Ελευθερία

ἐλευθερία < ἐλεύθερος ἐλεύθερος < *h₁lewdʰ-. Συγγενές με τα (λατινικά) liber, (σανσκριτικά) रोधति (rodhati) κ.ά. Ομόρριζο με το ἐλεύσομαι, μέλλοντα του ἔρχομαι Και ένα σχόλιο ιστοσελίδας που μας άρεσε: Η λέξη «ἐλευθερία» προκύπτει «παρά τό ἐλεύθειν ὅπου ἐρᾶ τίς», δηλαδή «να πηγαίνει κάποιος εκεί όπου αγαπάει/επιθυμεί». (ἐλεύθω= ἐρχομαι, πορεύομαι / ἐρῶ= αγαπώ -> ἔρως) «Ελευθερία» λοιπόν δεν είναι, σύμφωνα με την… read more »

Αέναος

αέναος < αρχαία ελληνική ἀέναος < ἀεί + νάω (ρέω) Σημασιολογία: που δεν παύει ποτέ να ρέει, να τρέχει (γενικότερα) που δεν σταματά, ασταμάτητος, αδιάκοπος

Έωλος

έωλος < αρχαία ελληνική ἕωλος < ἕως / ἠώς < πρωτοελληνική *ᾱϝ̔ως ‎(*āhwōs) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂éwsōs ‎(αυγή) < *h₂ews– (αυγή, ανατολή)  ἕως <αττικός τύπος του ἠώς (η αυγή)

Ταύτιση

ταύτιση < καθαρεύουσα ταύτισις < ταυτίζω + -σις/-ση ταυτίζω < αρχαία ελληνική ταὐτότης Σημασιολογία: η ενέργεια με την οποία κάποιος ταυτίζει κάποιον/κάτι με κάποιον/κάτι άλλο· το να είναι ή να θεωρείται ή να αναγνωρίζεται κάτι ως ίδιο με κάτι άλλο οι δύο πλευρές διαπίστωσαν την ταύτιση των επιδιώξεών τους Η ταύτιση του κάλλους µε το αγαθό στην Ελληνική λογοτεχνία. Ένας πολιτισµικός κώδικας (τίτλος άρθρου του Ερατοσθένη Καψωμένου, καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων) το να ταυτίζεται συναισθηματικά κάποιος… read more »

Αλήθεια

αλήθεια < αρχαία ελληνική ἀλήθεια < ἀληθής < α- στερητικό + λήθη Ως παράγωγο του «ἀληθής» θα σήμαινε ακριβώς την κατάσταση που τα πράγματα δεν έχουν ξεχαστεί, είναι γνωστά ή φανερά, άρα είναι πραγματικά. Στη φιλοσοφία η λέξη χρησιμοποιήθηκε σε διάφορες θεωρίες εκφράζοντας την αληθή γνώση των πράξεων,των γεγονότων και του κόσμου

Sidebar