Λήμμα

λήμμα < ελληνιστική κοινή λῆμμα < αρχαία ελληνική λῆμμα

λῆμμα < λαμβάνω (θέμαληβ-) + -μα

λαμβάνω < αρχαία ελληνική λαμβάνω

λαμβάνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sleh₂gʷ

Σημασιολογία:

  1. καταχώρησηάρθρο που υπάρχει αλφαβητικά καταχωρισμένο σε ένα λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια
    Το Βικιλεξικό έχει πάνω από 80.000 λήμματα στην ελληνική γλώσσα.
  2. (λογικήπρόταση που θεωρείται αληθής και χρησιμοποιείται σε ένα συλλογισμό για να αποδειχθεί η αλήθεια ενός συμπεράσματος
Sidebar