Λεξικό

λεξικό < ελληνιστική κοινή λεξικόν (εννοείται βιβλίον), ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτουλεξικός < αρχαία ελληνική λέξις < λέγω (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική dictionnaire)

λέξις < αρχαία ελληνική λέξις

λεξικόν < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου λεξικός < λέξις < λέγω

λεξικός < ελληνιστική κοινή λεξικός (που έχει σχέση με λέξεις, ανήκει σ’ αυτές ή αναφέρεται σ’ αυτές)

λέω < αρχαία ελληνική λέγω

Σημασιολογία του λέγω:

  1. διατυπώνω προφορικά ή και γραπτά μία λέξη ή φράση
    ο διευθυντής μου είπε ότι πρέπει να τελειώνουμε με τη δουλειά που μας ανέθεσε
  2. προτείνω
    λέω να πάμε μια βόλτα
  3. προτίθεμαι
    λέω να πάω μια βόλτα
  4. ονομάζω κάτι ή κάποιον με ένα συγκεκριμένο όνομααποκαλώ
    πώς σε λένε;

Related Entries

Sidebar