Οι μορφές της ελληνικής γλώσσας

Εισαγωγή στις μορφές της ελληνικής γλώσσας

Η ελληνική γλώσσα είναι μια από τις μακροβιότερες παγκοσμίως. Καλύπτει ένα χρονικό διάστημα παρουσίας στην γνωστή ιστορία της ανθρωπότητας διάρκειας τουλάχιστον 3000 ετών. Στη μακραίωνη πορεία της η ελληνική γλώσσα, ως ζωντανός οργανισμός, μετασχηματίστηκε και εξελίχθηκε, λαμβάνοντας πολλές διαφορετικές μορφές. Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι τα αρχαία ελληνικά και οι διάλεκτοί τους δεν είναι άλλη γλώσσα από τα νέα ελληνικά. Η ελληνική γλώσσα είναι μια και ενιαία και με αυτό το δεδομένο οφείλουμε να την διδάσκουμε στα παιδιά μας. Κάθε χρονική περίοδος και κάθε στάδιο εξέλιξης της γλώσσας έχει πολλά να μας πει για τον πολιτισμό της εκάστοτε περιόδου. Παράλληλα όμως η εμβριθής μελέτη όλων των μορφών της γλώσσας και της ετυμολογίας της μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στην εμβάθυνση της κατανόησης νοημάτων, σύνταξης και γραμματικής και να διαμορφώσει πραγματικά γλωσσικώς καλλιεργημένους πολίτες και σκεπτόμενους ανθρώπους.

Οι μορφές της ελληνικής γλώσσας

Με την βοήθεια της ελληνικής έκδοσης της Wikipedia, παραθέτουμε παρακάτω όλες τις καταγεγραμμένες μορφές τις οποίες έλαβε η ελληνική γλώσσα στο ρου της ιστορίας.

Πρωτοελληνική

Για την πρώτη φάση (πρωτοελληνική) η οποία τοποθετείται πριν το 1600 π.Χ., οι όποιες γνώσεις μας για την ελληνική γλώσσα βασίζονται σε τεχνικές επανασύνθεσης που προκύπτουν από τη συγκριτική γλωσσολογία. Η πρωτοελληνική είχε επτά πτώσεις (ονομαστική, γενική, δοτική, αιτιατική, αφαιρετική, τοπική, κλητική). Επίσης είχε διατηρήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της Ινδοευρωπαϊκής μητέρας-γλώσσας. Είχε τρεις φωνές (ενεργητική, παθητική, μέση) και τρεις αριθμούς (ενικός, δυϊκός, πληθυντικός). Σημαντικό χαρακτηριστικό της (που διατηρήθηκε σχεδόν μέχρι τα πρώτα μεταχριστιανικά χρόνια) ήταν ο μουσικός τόνος. Ο τόνος στα αρχαία ελληνικά δεν αντιστοιχούσε σε αύξηση της έντασης της φωνής αλλά σε αύξηση του τονικού ύψους.

Μυκηναϊκή ελληνική

Στην αμέσως επόμενη φάση (μυκηναϊκή ελληνική), η οποία μαρτυρείται από τις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ και από ορισμένους στίχους των Ομηρικών επών, παρατηρούμε εξίσου πολλούς αρχαϊσμούς. Π.χ. η γενική των ονομάτων σε -ος σχηματιζόταν με την κατάληξη -οιο (πρβλ. Ομηρικό «Πριάμοιο»), ενώ υπάρχει φθόγγος (που συμβολίζεται με) «q» ο οποίος βρίσκεται σε λέξεις όπου από την ΙΕ θα αναμενόταν ένα * ή ένα *. Η αφαιρετική και η τοπική πτώση διατηρείται αλλά σε μάλλον περιορισμένο βαθμό.

Κλασική ελληνική (και διάλεκτοι)

Στην κλασική ελληνική, αρχαιότερα κείμενα της οποίας είναι τα Ομηρικά έπη και αρχαιότερο τεκμήριο η επιγραφή του Διπύλου, το βασικότερο χαρακτηριστικό είναι η υψηλή διαλεκτική διαφοροποίηση, η οποία οφείλεται πιθανότατα στην πολυδιάσπαση του ελληνόφωνου κόσμου σε διάφορα κρατίδια. Ως προς το αν οι βασικές διάλεκτοι της κλασικής εποχής (ιωνική, αιολική, δωρική κλπ.) δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα λόγω της πολιτικής πολυδιάσπασης των Ελλήνων ή «ήλθαν» μαζί με τα αντίστοιχα φύλα κατά την εποχή του Χαλκού, οι γνώμες διίστανται. Φαίνεται πως δεν αποκλείεται να συνέβησαν και τα δύο. Πάντως οι διάλεκτοι της κλασικής εποχής διέφεραν αρκετά μεταξύ τους και δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηριχθεί ότι οι ομιλητές τους βρίσκονταν πολλές φορές στα ακραία όρια της αλληλοκατανόησης.

Μία από τις σημαντικότερες διαλέκτους της κλασικής εποχής ήταν η αττική διάλεκτος, που χρησιμοποιούνταν κυρίως στην Αθήνα αλλά και ως γλώσσα των φιλοσόφων και των επιστημόνων. Η αττική διάλεκτος προέρχεται από την ιωνική (τη βασική διάλεκτο των Ομηρικών επών) με αρκετές δωρικές επιδράσεις. Υιοθετήθηκε ως επίσημη γλώσσα όλης της Ελλάδος από τον Φίλιππο τον Μακεδόνα και ως επίσημη γλώσσα ολόκληρου του ελληνιστικού κόσμου από τον γιο του Αλέξανδρο. Από αυτήν προέρχονται απ’ ευθείας σχεδόν όλες οι μεταγενέστερες ελληνικές διάλεκτοι.

Ελληνιστική κοινή

Αποτέλεσμα της χρήσεως της αττικής διαλέκτου ως δεύτερης (και συχνά πρώτης) γλώσσας από πάρα πολλούς αλλόγλωσσους (αλλά και από ελληνόφωνους που μιλούσαν πρωτύτερα μια άλλη ελληνική διάλεκτο) ήταν σαρωτικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της γλώσσας. Έτσι:

  • Η προφορά, η οποία είχε ήδη από την κλασσική εποχή αρχίσει να εξελίσσεται, άλλαξε ριζικά με κυριότερο χαρακτηριστικό την προφορά των ει, η, υ, υι ως «ι» (ιωτακισμός) και την απώλεια των φθόγγων F (w) και H (δασεία).
  • Ο δυϊκός αριθμός, το απαρέμφατο και η μέση φωνή χάθηκαν.
  • Απλοποιήθηκε σημαντικά το σύστημα κλίσεως ονομάτων και ρημάτων.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών των μεταβολών ήταν η Ελληνιστική Κοινή, η οποία μαρτυρείται κυρίως στην Καινή Διαθήκη. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια εποχή έχουμε και τους πρώτους αττικιστές, αυτούς που θεωρούσαν απαραίτητη την διατήρηση της «αυθεντικής» αττικής διαλέκτου, τουλάχιστον στο γραπτό λόγο.

Μεσαιωνική ελληνική

Η ελληνιστική κοινή εξελίχθηκε στην μεσαιωνική ελληνική,αυτο φαίνεται κυρίως από δημοτικά τραγούδια. Τελευταία φωνολογική μεταβολή κατά το 9ο αιώνα ήταν ο ιωτακισμός και του «οι» και του «υ» που ως τότε προφέρονταν ως [y], δηλαδή σαν το γαλλικό «u».

Μεσαιωνική Ελληνική είναι η γλωσσική περίοδος που περιγράφεται και ως η πέμπτη χρονική περίοδος της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας. Η περίοδος αυτή τυπικά αρχίζει κατά τον 12ο αιώνα, οπότε και εμφανίζονται κείμενα της μεσαιωνικής δημώδους Ελληνικής και τελειώνει περίπου το 1700 μ.Χ., σε μια περίοδο έντονων πολιτιστικών αλλαγών. Ως πρόγονος της μεσαιωνικής κοινής θεωρείται η Κοινή[1] και απόγονος της η Νέα Ελληνική. Kατά τον γλωσσολόγο Γεώργιο Μπαμπινιώτη, η περίοδος της είναι ευρύτερη, με τις απαρχές της στον 6ο αιώνα και το τέλος της στον 19ο, ενώ διακρίνει τρεις υποπεριόδους στην εξέλιξη της Μεσαιωνικής Ελληνικής: Πρώιμη Βυζαντινή (6ος – 12ος αι.), Όψιμη Βυζαντινή (12ος – 15ος αι.) και Μεταβυζαντινή (15ος – 19ος αι.). Η πρώτη υποπερίοδος αρχίζει επί Ιουστινιανού, ο οποίος και καθιερώνει την Ελληνική ως επίσημη γλώσσα του κράτους αντί της Λατινικής. Η Δεύτερη υποπερίοδος τοποθετείται συνήθως τον 13ο αι. οπότε αρχίζουν να δημιουργούνται οι νεοελληνικές διάλεκτοι ως αποτέλεσμα της πολιτικής διάσπασης του βυζαντινού κράτους το 1204 · την ίδια περίοδο αρχίζει να χρησιμοποιείται σποραδικά η δημώδης γλώσσα στη λογοτεχνία. Η Τρίτη υποπερίοδος ξεκινά συμβατικά με την υποταγή του κράτους στους Τούρκους έπειτα από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 · αυτό το διάστημα χαρακτηρίζεται από την πτώση της στάθμης της γλωσσικής επικοινωνίας λόγω της καταπίεσης του κατακτητή και την ανυπαρξία οργανωμένης σχολικής παιδείας. Η περίοδος αυτή σφραγίζεται με την ανάπτυξη τοπικών λογοτεχνιών (Κρητικής, Κυπριακής, Ροδιακής, Επτανησιακής) γραμμένων στις τοπικές διαλέκτους.

Διαφορές ελληνιστικής κοινής με την αττική διάλεκτο

Οι έξι αιώνες που καλύπτει ουσιαστικά η Ελληνιστική Κοινή δεν μπορεί να μην επηρέασαν τη γλώσσα τόσο στην απαρχή της όσο και στην εξέλιξή της. Οι διαφορές αφορούν στην γραμματική και στη σύνταξη, στη μορφολογία, στο λεξιλόγιο αλλά ασφαλώς και στη φωνολογία – την προφορά που πλέον είχε αλλάξει δραματικά. Αναμφίβολα όμως η Ελληνιστική Κοινή είναι πολύ πιο κατανοητή σε έναν γνώστη της Νεοελληνικής σε σύγκριση με τα Αρχαία Ελληνικά. Οι διαφορές της από την Αττική διάλεκτο είναι αρκετές, αλλά οι ομοιότητές της πολύ περισσότερες. Οι περισσότερες διαφορές αφορούν σε απλοποιήσεις. Πιο συγκεκριμένα:

Σε φωνολογικό επίπεδο:

  • Καταργείται η διάκριση μακρών και βραχέων φωνηέντων, με αποτέλεσμα τα : ᾱ, ᾰ, ῑ, ῐ, ῡ, ῠ να μετατραπούν σε ισόχρονα, δηλαδή να προφέρονται σε όλες τις περιπτώσεις ως : α, ι, υ.Η διακεκριμένη προσωδία μακρών και βραχέων φωνηέντων εξισώνεται κατά τον Β’ – Γ’ μ.Χ. αιώνα. Ισόχρονα επίσης έγιναν και τα ω και ο, με αποτέλεσμα να συμπέσουν στην προφορά. Η διακεκριμένη προσωδία μακρών και βραχέων φωνηέντων εξισώνεται κατά τον Β’ – Γ’ μ.Χ. αιώνα. Ανάλογο φαινόμενο ωστόσο δεν παρατηρήθηκε στο μακρύ και βραχύ e (στο η και στο ε), διότι το <η> αρχικώς προφέρθηκε κλειστότερα ως <ει> ήδη στα τέλη του 5ου αιώνα πΧ. στην Θεσσαλία, προκαλώντας έτσι σύγχυση στη γραφή (πχ. στατεῖρας αντί στατῆρας), και εν συνεχεία προφέρθηκε ακόμα πιο κλειστά και πιο πρόσθια ως <ι> (Ιωτακισμός).
  • Οι “νόθες δίφθογγοι” “ει” και “ου” και αυτές μεταβλήθηκαν φονολογικώς. Έτσι λοιπόν το <ει> προφέρθηκε κλειστότερα και ιωτακίστηκε: ει < ῑ < ι , ενώ το <ου> επίσης προφέρθηκε κλειστότερα και μετατράπηκε σε <u>: ου < ū < u.
  • Οι βραχύφωνοι δίφθογγοι αι, οι, αυ και ευ επίσης εξελίχθησαν. Το <αι> εξελίχθη με ανοικτότερη προφορά του υποτακτικού φωνήεντος (του ιώτα) και μονοφθογγίσθηκε σε <ē> και εν τέλει σε <e> μετά την κατάργηση της προσωδίας: αι (ai) < ae < ē < e (Β’ μ.Χ. αιώνας). Η δίφθογγος “οι” είχε την πιο πολύπλοκη πορεία μεταβατικών εξελίξεων : oi < œ < ȫ < ǖ < ü < u < i. Και αυτή η δίφθογγος (όπως και η <αι>) εμφανίζει προσέγγιση της προφοράς των στοιχείων της με την ανοικτότερη προφορά τού i σε e. Εν συνεχεία μονοφθογγίζεται σε έναν φθόγγο μεταξύ τού o και τού e, στο φωνήεν “ȫ”. Ο φθόγγος αυτός γίνεται κλειστότερος (u) , και τελικά προσθιούται και ιωτακίζεται σε i. Χρονικώς οι αλλαγές συνετελέσθησαν ως εξής : Ήδη από τον 5ο πΧ. αιώνα στη Βοιωτία ο <oi> είχε μετατραπεί σε <oe> όπως μαρτυρούν και επιγραφές όπως κοέρανος (= κοίρανος) και Fhεκαδᾱμοε (= Ἀκαδήμιοι, τοπική πτώση). Έπειτα περνά από το ενδιάμεσο στάδιο όπου μετατρέπεται σε <ȫ> (αν και δεν μαρτυρείται αυτή η μεταβολή από επιγραφές) και έναν αιώνα αργότερα (250 πΧ.) μετατρέπεται σε <ǖ> (πχ. βοιωτ. Fῡκιᾱ = Fοικία, δᾱμυ = δῆμοι). Η σύγχυση γενικεύεται από τον 3ο και 2ο πΧ. αιώνα, μέχρι και τον 10ο αιώνα μΧ. , οπότε και ο φθόγγος <u> ιωτακίζεται και μετατρέπεται σε <i>. Τέλος, οι “αυ” και “ευ” δεν μονοφθογγίσθηκαν, αλλά μετατράπηκαν σε συνδυασμό φωνήεντος- συμφώνου (αντί ημιφώνου) αυ= av/af , ευ = ev/ef , αντί του αρχικού αυ = au, ευ = eu.
  • Πλήρης σίγηση της Υπογεγραμμένης ως τον 1ο πΧ. αιώνα, διαδικασία που είχε ξεκινήσει ήδη από το 400 πΧ. στην αττική διάλεκτο, όπως μαρτυρείται και από την έλλειψη του -ι από τους παπύρους και τις επιγραφές. Η γραφή του -ι επανεισάγεται με το κίνημα του Αττικισμού.
  • Αποδάσυνση των διαρκών αήχων δασέων σε διαρκή ψιλά. Ήτοι : ph (φ) < f , th (θ) < θ , kh (χ) < χ . Αυτό το φαινόμενο χρονολογείται ήδη από τον 4ο πΧ. αιώνα για την Λακωνική διάλεκτο, όπου γράφεται σ αντί για θ, που προϋποθέτει διαρκή και όχι κλειστή προφορά του θ: σιῶ = θεῶ, ἀνέσηκε = ἀνέθηκε. Η αποδάσυνση των αήχων δασέων είχε ολοκληρωθεί οπωσδήποτε ως τα τέλη της ελληνιστικής περιόδου (3ος αιώνας μΧ.).
  • Αποκλειστοποίηση των ηχηρών κλειστών σε ηχηρά διαρκή: b < β , d < δ , g < γ. Και η μεταβολή αυτή δεν πρέπει να υπήρξε χρονικώς και τοπικώς η ίδια για όλα τα σύμφωνα. Επιγραφές ήδη από τον 4ο πΧ. αιώνα δείχνουν την χρήση του β αντί του F (πχ. κρητ. διαβειπάμενος αντί του διαFειπάμενος, λακων. βοικέτας = Fοικέτας), ενώ ακόμη παλαιότερες διαλεκτικώς (6ος και 5ος αιώνας πΧ.) είναι οι επιγραφικές ενδείξεις για διαρκή προφορά του δ (δηλαδή ως δ και όχι ως d), από γραφές όπως ζίκαια αντί δίκαια, οὐζέ αντί ούδέ της Ηλειακής διαλέκτο, όπου η γραπτή παράσταση με το μόρφημα ζ αντί του δ δηλώνει πιθανότατα αποκλειστικοποιημένη προφορά του δ. Οι αλλαγές στα ηχηρά κλειστά ολοκληρώθηκαν στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες.
  • Σίγηση του δασέος πνεύματος. Στους χρόνους της Κοινής ο δασύς φθόγγος /h/ αρχίζει ήδη από τον 3ο πΧ. αιώνα να μην προφέρεται, όπως μάς δείχνουν οι πάπυροι (πχ. γραφές όπως κατ’ ἕκαστος, κατ’ ἡμῶν, κατ’ ἐταιρίαν). Η πρώιμη σίγηση της δασείας φαίνεται ότι είχε ήδη αρχίσει στην ιωνική διάλεκτο, καθώς επίσης και στην λεσβιακή, ηλειακή, κυπριακή και κρητική, ωστόσο το φαινόμενο της πλήρους σιγήσεώς της διαρκεί επί αιώνες και είναι αλληλένδετος με με την αποδάσυνση των δασέων κλειστών. Έτσι ο δασύς φθόγγος σιγάται παντού μόλις τον 3ο μΧ. αιώνα.
  • Τα διπλά σύμφωνα, τα οποία προφέρονταν ως παρατεταμένα σύμβολα (όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι δύο όμοια σύμφωνα καθιστούσαν το φωνήεν μίας συλλαβής θέσει μακρό: ὅς μοι πᾱλλακίδος, περιχώσατο κᾱλλικόμοιο [Ι 449]), παύουν να προφέρονται ως διπλά σύμφωνα στους τελευταίους αιώνες της Κοινής, φαινόμενο που ολοκληρώθηκε στους πρώιμους μεσαιωνικούς χρόνους.
  • Καταργείται ο μουσικός τονισμός της αρχαίας ελληνικής, και αντικαθιστάται με τον δυναμικό τονισμό, φαινόμενο που ολοκληρώθηκε ως τον 5ο αιώνα πΧ.
  • Το γράμμα ζ, το οποίο αρχικά δήλωνε σύμπλεγμα συμφώνων [zd] (πχ. Αθήνας δὲ = Ἀθήναζε), εξελίσσεται και καταλήγει σε απλό συριστικό [z].

Σε μορφολογικό επίπεδο:

  • Εμφανίζεται περιφραστική εκφορά του ενεστώτα. Στην αρχαία ελληνική των κλασσικών χρόνων, ο ενεστώτας ως χρόνος δεν δήλωνε διάρκεια ενέργειας, αλλά στην ελληνιστική Κοινή δημιουργήθηκε ο περιφραστικός ενεσώτας σχηματιζόμενος από το ρήμα εἰμὶ + μετοχή ενεργητικού ενεστώτα, ο οποίος αντιπαρατίθεται προς τον απλό ενεστώτα: εἰμὶ λέγων = λέγω, εἰμὶ ὁρῶν = ὁρῶ. Η τάση αυτή για διάκριση της χρονικής διάρκειας στον ενεστώτα καλλιεργήθηκε έντονα κατά την περίοδο της ελληνιστικής κοινής, και διατηρήθηκε στους βυζαντινούς χρόνους, ωστόσο δεν έχει επιβιώσει στην Νέα Ελληνική.
  • Η περιφραστική εκφορά εμφανίζεται και στον μέλλοντα. Ο μέλλων, χρόνος ο οποίος ήταν ήδη μορφοσυντακτικά ασταθής, καθώς ο τύπος λύσω σήμαινε και “θα λύσω” και “θα λύνω”. Στους χρόνους τής Κοινής το πρόβλημα τού μέλλοντα επιδεινώθηκε με την κατάργηση τής διακρίσεως τής προφοράς τών –ει και – και τών –ο και -ω. Έτσι βαθμιαία επήλθε ο κλονισμός τού μέλλοντα. Δύο απλές χρονικές εγκλίσεις, η οριστική τού ενεστώτα και η υποτακτική αορίστου (σπανιότερα και η ευκτική)- και μια σειρά από λεξιλογικά στοιχεία σε συνδυασμό με το απαρέμφατο και, λιγότερο με την μετοχή, χρησιμοποιήθηκαν για να δηλώσουν τον μέλλοντα. Τέτοια στοιχεία είναι: ἔχω + απαρέμφατο αορίστου, ἔσομαι + μετοχή ενεστώτα, ἕξομαι + απαρέμφατο αορίστου, μέλλω + απαρέμφατο ενεστώτα / αορίστου, θέλω + απαρέμφατο αορίστου, ὀφείλω + απαρέμφατο αορίστου. Ένα παράδειγμα αποτελεί το έργο ” Λειμῶνα πνευματικόν” τού Ιωάννου Μόσχου : ” εἴ τι θέλει ὁ Θεὸς ποιῆσαι ἔχω” (7, 13 “θα πράξω ό,τι θέλει ο Θεός). Αυτή η ρευστότητα στον σχηματισμό τού μέλλοντα θα ξεπεραστεί στους όψιμους μεσαιωνικούς αιώνες, με τον σχηματισμό τού μέλλοντα να επιτελείται με το γραμματικό μόριο -θα.
  • Οι συντελικοί χρόνοι παρακείμενος και υπερσυντέλικος αρχίζουν και αυτοί με την σειρά τους να εκφράζονται περιφραστικώς, ο μεν παρακείμενος με τον ενεστώτα τού ρήματος εἰμί/ἔχω, ο δε υπερσυντέλικος με τον παρατατικό αυτών τού ρήματος εἰμί/ἔχω: α) εἰμί/ ἦν +μετοχή ενεργητικού παρακειμένου/ αορίστου (είμί/ἦν πεποιηκώς/ ποιήσας)· β) είμί/ἦν + μετοχή παθητικού παρακειμένου/αορίστου (είμί/ἦν πεποιημένος/πεποιηθείς)· γ) ἔχω + μετοχή ενεργητικού αορίστου (ἔχω ποιήσας)· δ) ἔχω + μετοχή παθητικού παρακειμένου (ἔχω πεποιημένον). Την ίδια περίοδο, ο μονολεκτικός παρακείμενος και σε -κα- κατά το πρότυπο παλαιών αορίστων σε -κα: ἔδωκα, ἔθηκα- χρησιμοποιείται αντί αορίστου (πχ. “ἀπελθών πέπρακε πάντα ὅσα εἶχε καὶ ἠγόρασεν αὐτόν” Ματθ. 13,46), μαρτυρώντας έτσι παράλληλη χρήση παρακειμένου και αορίστου.
  • Η εξάπλωση τής Ελληνικής και η χρησιμοποίησή της από ανθρώπους που δεν την είχαν ως μητρική τους γλώσσα επέφερε τον κλονισμό τής ευκτικής έγκλισης, έγκλιση η οποία απαιτούσε βαθύτερη αίσθηση τής γλώσσας. Η “ευχετική ευκτική” τού ανεξαρτήτου λόγου αντικαταστάθηκε σταδιακώς από την αναλυτική της (περιφραστική) εκφορά. Το ίδιο συνέβη και με την τροπικότητα που εξέφραζε η λεγόμενη “δυνητική ευκτική”: και αυτή σταδιακώς πέρασε σε περιφραστικές δηλώσεις, αρχικά με το ἔχω/εἶχον + απαρέμφατο (ἔχω/εἶχον γράψαι), αργότερα με το να + υποτακτική ενεστώτα/ αορίστου ή οριστ. αορίστου, για να καταλήξει στην περίφραση τού θα + παρατατικός (θὰ ἔγραφε).
  • Τα τριτόκλιτα ουσιαστικά προκαλούσαν δυσκολίες με την κλίση τους, ιδίως ωρισμένα “ανώμαλα” ουσιαστικά και συνηρημένοι τύποι, καθώς και τα λεγόμενα “αττικόκλιτα” (ὁ λεώς – τοῦ λεῶ κλπ.). Τέτοια ήταν λχ. τα ουσιαστικά : τὸ οὖς – τοῦ ὠτός, ἡ κλείς -τῆς κλειδός, τὀ ὕδωρ – τοῦ ὕδατος, ὁ ἀμνός – τοῦ ἀρνός, ὁ οἶς – τοῦ οἰός, ἡ ναῦς – τῆς νηός, ὁ ὗς – τοῦ ὑός, ὁ βοῦς -τοῦ βοός, ὁ κτείς -τοῦ κτενός, ἡ ἅλως – τῆς ἅλω, ὁ παῖς – τοῦ παιδός, κα. Τα ουσιαστικά στους χρόνους τής Κοινής είτε αντικαταστάθηκαν με συνώνυμά τους, ήτοι : ὕδωρ > νηρόν (< νεαρόν ὕδωρ), ὗς > χοῖρος, οἶς > πρόβατον, ναῦς > πλοῖον, είτε μεταπλάστηκαν σε μορφολογικώς απλουστέρους τύπους : οὖς > ὠτίον, κλείς > κλειδίον, βοῦς > βοίδιον, κτείς > κτένιον, ἅλως > ἁλώνιον, παῖς > παιδίον και ἀμνός > γεν. ἀμνοῦ κλπ. Ομοίως αντί τών αττικών τύπων ὁ λεώς – τοῦ λεῶ, ὁ νεώς – τοῦ νεῶ, ελέχθησαν ὁ λαός – τοῦ λαοῦ, ὁ ναός – τοῦ ναοῦ, που ήταν ομαλότερα. Το ίδιο, ως ομαλότεροι, χρησιμοποιήθηκαν για τα τριτόκλιτα οι τύποι τὸν ὑγιῆ αντί τὸν ὑγιᾶ, τὸν ἐνδεῆ αντί τὸν ἐνδεᾶ και τὰ ὑγιῆ, τὰ χρέη αντί τών τύπων τὰ ὑγιᾶ, τὰ χρέα. Ομοίως εξομαλύνθηκαν τα ουδέτερα τού τύπου τὸ κρέας – τοῦ κρέως, που μεταπλάστηκαν στις πλάγιες πτώσεις τους συνήθως σε τύπους με -τ- : τοῦ κρέατος, τοῦ κέρατος, αλλά και τοῦ γήρους (αντί γήρως) προτού γίνει τοῦ γήρατος.
  • Κατάργηση τού δυικού αριθμού και αντικατάσταση με το αριθμητικό δύο : ὀφθαλμώ > δύο ὀφθαλμώ > δύο ὀφθαλμοί.
  • Γενικεύονται τα συγκριτικά μορφήματα -τερος και -τατος τών παραθετικών των επιθέτων με τα οποία σχηματίζονταν ωρισμένα επίθετα : ταχύς -ταχίων -τάχιστος > ταχύς -ταχύτερος -ταχύτατος.
  • Αντικαθίστανται οι καταλήξεις του β΄ αορίστου με τις καταλήξεις του α΄ αορίστου.
  • Στη σύνταξη το «ἴνα» αντικαθιστά μια σειρά από συνδέσμους και απαρέμφατα. Έτσι, η υποτακτική λειτουργικά ενισχύθηκε σημαντικά, επιτελώντας την αναλυτική εκφορά τού τελικού απαρεμφάτου (βούλομαι ἐλθεῖν > βούλομαι ἵνα ἔλθω).
  • Γίνεται ευρύτερη χρήση των υποκοριστικών χωρίς όμως αυτά να έχουν την αρχική υποκοριστική τους έννοια (π.χ. το παιδίον δεν είναι όπως στα Αρχαία Ελληνικά το μικρό παιδί, αλλά γενικά το παιδί). Επίσης, επηρεασμένη από την αραμαϊκή γλώσσα, η Ελληνιστική Κοινή χρησιμοποιεί συχνά το «τότε» και τη φράση-κλισέ «καί το δέ».
  • Το απαρέμφατο στην Κύπρο και στον Πόντο είχε μακροβιότερη ιστορία, αλλά στην Ελλάδα η χρήση του περιορίζεται δραματικά από την Ελληνιστική Κοινή. Χρησιμοποιείται πλατιά μόνον όταν μαρτυρεί σκοπό και συχνά βρίσκεται εμπρόθετο με γενική. Επίσης περιορίζεται η χρήση της παθητικής φωνής και ο κόσμος προτιμά να χρησιμοποιεί το ενεργητικό ρήμα μαζί με κάποιαν αυτοπαθή αντωνυμία.
  • Στην Ελληνιστική (τουλάχιστον όπως μαρτυρούν τα εκκλησιαστικά κείμενα) επέδρασαν και οι σημιτικοί τύποι σύνταξης ή σχημάτων λόγου ή και λέξεις, όπως π.χ. η λέξη σατανάς. Η λέξη άγγελος αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα επίδρασης, αφού παύει να χρησιμοποιείται τόσο συχνά με την έννοια του αγγελιοφόρου όσο του άγγελου, που είναι μεν αγγελιοφόρος του Θεού, αλλά η λέξη πλέον εννοεί το συγκεκριμένο ον, τον άγγελο, ο δε «διάβολος» παύει να σημαίνει εκείνον που ενσπείρει διαβολές, αλλά τον διάβολο του Ιώβ.
  • Η επειδή η ελληνική γλώσσα μετεδόθη σε ανθρώπους που δεν είχαν λεπτή γνώση τής γλώσσας, συνέβαλε στην απώλεια ή σύγχιση πολλών μορίων και συντακτικών πλοκών τής γλώσσας (πχ. κατάργηση τής ευκτικής). Ομοίως παραμαλήθη και η ακριβής διαστολή πολλών εννοιών, λόγου χάριν συνέπεσε το ἐσθίω και το τρώγω, το εἷς και το τὶς, το οὖτος και αυτὀς, το ὕω και βρέχω, το τἰς και το ποῖος, τὸ ἄν και το ἐάν, το ὅτε και το ὅταν, το μάχη και το πόλεμος, το νίπτω και πλύνω, κλπ.

Νέα ελληνική

Τα όρια μεταξύ νέας ελληνικής και μεσαιωνικής ελληνικής δεν είναι ιδιαίτερα σαφή, πάντως τοποθετούνται χονδρικά κάπου στα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου. Κατά την περίοδο αυτή (καθώς και στην Οθωμανική περίοδο) παρατηρείται μια εξίσου έντονη διαλεκτική διαφοροποίηση η οποία συνεχιζόταν μέχρι πριν μερικές δεκαετίες.

Η Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη ενώ περιγράφει την κοινή νέα ελληνική είναι παράλληλα υπερβολικά ρυθμιστική για την σημερινή χρήση της γλώσσας είτε στο σχολείο είτε αλλού και έχει επιφέρει ως αποτέλεσμα την απόλυτη διάκριση μεταξύ ορθού και λάθους καθώς και την συνακόλουθη ρύθμιση του τί είναι αποδεκτό ή μη αποδεκτό, η οποία όμως δεν ανταποκρίνεται στην γλωσσική – είτε στο φωνολογικό είτε στο συντακτικό επίπεδο – πολυμορφία.

Η νέα ελληνική ή νεοελληνική γλώσσα (ιστορικά γνωστή και ως Ρωμαίικα) αναφέρεται στις διάφορες γλωσσικές ποικιλίες των Ελληνικών που ομιλούνται στην σύγχρονη εποχή. Η έναρξη της γλωσσικής περιόδου της Νέας Ελληνικής τοποθετείται, συμβολικά κυρίως, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, παρόλο που πολλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Νέας Ελληνικής είχαν κάνει την εμφάνιση τους αιώνες πριν – από τον 3ο αιώνα π.Χ. έως τον 10ο αιώνα[1]. Κατά την περίοδο της Νέας Ελληνικής, η γλώσσα βρισκόταν σε μία κατάσταση διγλωσσίας, καθώς τοπικές διάλεκτοι συνυπήρχαν με τις επίσημες αρχαϊκές μορφές της γλώσσας. H Νεοελληνική άρχισε να παίρνει την ακριβή σημερινή της μορφή στα τέλη του 17ου αιώνα.

Τα Ελληνικά αποτελούν ανεξάρτητο κλάδο των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Όλες οι υπάρχουσες μορφές της Νεοελληνικής, εκτός από την Τσακωνική διάλεκτο, είναι απόγονοι της Ελληνιστικής Κοινής της ύστερης αρχαιότητας. Έτσι, μπορεί αναμφίβολα να θεωρηθεί απόγονος της Αττικής διαλέκτου, η οποία ομιλούνταν στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας κατά την κλασσική εποχή. Η Τσακωνική διάλεκτος, μία απομονωμένη διάλεκτος που ομιλείται πλέον από μία μικρή ομάδα στην περιοχή της Πελοποννήσου, προήλθε από τη Δωρική διάλεκτο.

Πηγές

https://www.wikiwand.com/el/%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%9A%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CE%AE

https://www.wikiwand.com/el/%CE%9C%CE%B5%CF%83%CE%B1%CE%B9%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1

Sidebar