Έκφραση

έκφραση < αρχαία ελληνική ἔκφρασις

ἔκφρασις < αρχαία ελληνική ἐκφράζω < ἐκ + φράζω (< συγγενές προς τη φράση και ίσως προς τη λέξη φρήν και όχι προς το φράσσω/φράγμα)

φράζω < αρχαία ελληνική φράσσω και φράττω, ρήματα διάφορα του επίσης αρχαιοελληνικού φράζω που έχει άλλη ρίζα

φρήν < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷʰren- (νουςψυχή) (ρίζα κοινή με τα φρενόωφρονέωφροντίςσώφρων)

Σημασιολογία της λέξης έκφραση

  1. καθιερωμένη περίφραση
  2. ικανότητα (μετάδοσης) ή τρόπος μετάδοσης πληροφορίας ή εκτέλεση-δράση που την γέννα (λεκτική, συναισθηματική, μορφαστική, καλλιτεχνική, πολιτιστική, γενετική, μορφολογική κτλ.)

Σημασιολογία της λέξης φρην (της φρενός)

  1. λέξη που απαντά πολύ συχνά και στον πληθυντικό (φρένες) και σήμαινε αρχικά το διάφραγμα, την περιοχή του σώματος γύρω από την καρδιά και γύρω από το ήπαρ, την καρδιά αυτή καθαυτή
    • Τοῦτο δὲ τὸ διάζωμα καλοῦσί τινες φρένας, ὃ διορίζει τόν τε πλεύμονα καὶ τὴν καρδίαν’ (Αριστοτέλης)
    • ἔρως φρένας ἀμφεκάλυψε
  2. ο νους, το μυαλό, η φαντασία
    • ἀνὴρ φρένας ἀφνειός  : άνδρας πλούσιος κατά φαντασία, μόνο μέσα στο μυαλό του (Ησίοδος)
    • φρενῶν’ ἀφεστάναι, φρενῶν ἐκστῆναι, τὰς φρένας ἐκβάλλειν, φρενῶν οὐκ ἔνδον ὤν, φρενῶν κεκομμένος (παραφρονημένος)
    • ἐπὶ μὰν βαίνει τε καὶ λάθας ἀτέκμαρτα νέφος, καὶ παρέλκει πραγμάτων ὀρθὰν ὁδὸν ἔξω φρενῶν  : ενα σύννεφο λήθης κατεβαίνει απρόσμενα και βγάζει έξω από το μυαλό το σωστό δρόμο (Πίνδαρος, Ολυμπιόνικοι, 7.47)
    • ἔσω φρενῶν λέγουσα, πείθω νιν λόγῳ (η Κλυταιμνήστρα για την Κασσάνδρα) : μιλώντας στην καρδιά της, στο μυαλό της, στο πλαίσιο που κατανοεί, θα την πείσω με τα λόγια
Sidebar