Ζωή

ζωή < αρχαία ελληνική ζωή

ζωή < αρχαία ελληνική ζάω-ζῶ ή, κατ’ άλλους, το ζάω είναι εφεύρεση των γραμματικών και το πρωταρχικό ρήμα ήταν ζήω

ζῶ < συνηρημένη μορφή του ζάω ή αν έκαναν λάθος οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι, ζήω, πιθανόν και αρχικός τύπος διάω και ἄω (αναπνέω)

ἄω < ίδια ρίζα με τις λέξεις ἀήραὔραἀτμόςἀήτηςἂημι ἀάω, ίσως ηχομιμητικό από τον ήχο της ανάσας

Σημασιολογία:

  1. η γενική κατάσταση που διαφοροποιεί τα ενόργανα όντα από τα άψυχα αντικείμενα και τους νεκρούς οργανισμούς. Χαρακτηρίζεται από σημαντικές λειτουργίες, όπως η αύξηση, η αναπνοή, η διατροφή, ο μεταβολισμός, η αναπαραγωγή, η προσαρμογή στο περιβάλλον κ.λπ.
    ο Θεός έδωσε ζωή στον άνθρωπο / η ζωή στους άλλους πλανήτεςη ζωή των φυτών
  2. το χρονικό διάστημα της ζωής ενός οργανισμού και ειδικότερα ενός ανθρώπου (από τη γέννηση ως το θάνατο ή άλλο χρονικό σημείο)
    μέσος όρος ζωής
  3. ο άνθρωπος ως φορέας ζωής
    στον πόλεμο χάθηκαν χιλιάδες ζωές
  4. το σύνολο των εμπειριών και βιωμάτων κάποιου
    μια ζωή γεμάτη πίκρες
  5. ο τρόπος με τον οποίο ζει κανείς
    κάνω άστατη ζωήφοιτητική ζωή’ / οικογενειακή ζωή / σκυλίσια ζωή/ περνάω ζωή και κότα / κάνει ζωή χαρισάμενη
  6. το σύνολο των δραστηριοτήτων σε ορισμένο τομέα
    πνευματική ζωή / η πολιτική ζωή του τόπου
  7. (μεταφορικάζωντάνιαενεργητικότητα
    παιδί όλο ζωή
  8. ο χρόνος διάρκειας ή λειτουργίας προϊόντος
    η ζωή μιας μπαταρίας
Sidebar