Καρδιά

καρδιά < μεσαιωνική ελληνική καρδιά < αρχαία ελληνική καρδία < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱḗr– / *ḱr̥d

καρδία < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱḗr– / *ḱr̥d

λατινικά: cordis.

Σημασιολογία:

  1. μυώδες κοίλο όργανο που λειτουργεί ως αντλία για την κυκλοφορία του αίματος
  2. (μετωνυμία) το μέρος όπου αισθανόμαστε να χτυπά η καρδιά
    έβαλε το χέρι του στην καρδιά
  3. (μεταφορικά) το μέρος που θεωρείται η πηγή των αισθημάτων, των παθών, της ηθικής
    τον αγαπάει με όλη της την καρδιά
    έχει τόσα λουλούδια στον κήπο της, να χαρεί η καρδιά σου
  4. το κέντρο, το κεντρικό μέρος ενός αντικειμένου ή χώρου
    η καρδιά του αντιδραστήρα
  5. (μεταφορικά) η ουσία, ο βασικός πυρήνας
    στην καρδιά του προβλήματος
  6. το μέσο μιας χρονικής περιόδου
    είμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού, κάνει φοβερή ζέστη
  7. το εσωτερικό μέρος των καρπών ή των φυτών
    σαν την καρδιά ενός μαρουλιού
  8. διάθεσηεπιθυμία
    δε μου κάνει καρδιά να φύγω
  9. θάρρος
    εμπρός, με καρδιά, να καταλάβουμε το ύψωμα
  10. το καθιερωμένο σύμβολο της καρδιάς και του έρωτα
Sidebar