Μάλα

μάλασυγκριτικός μᾶλλονυπερθετικός μάλιστα

μᾶλλον < συγκριτικός βαθμός του μάλα

Μᾶλλον, λίαν, πάνυ, πλέον. ἐκ τῆς μή ἀπαγορεύσεως καί τοῦ ἄλλον γίνεται (μή-αλλον) καί μᾶλλον. μᾶλλον τό (μα) μακρόν.

Related Entries

Sidebar