τώρα

Ετυμολογία της λέξης τώρα

τώρα < ελληνιστική κοινή τώρα < αρχαία ελληνική τῇ ὥρᾳ (ταύτῃ) < ὤρα
ὤρα < ίσως από οὖρος (φύλακας) χωρίς να αποκλείεται και το ὁράω
  1. οὖρος: < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wer– (αντιλαμβάνομαι) (συγγενές του ὁράω / ὁρῶ) ή ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sorwos ‎(φύλακας)
  2. οὖρος: < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₃er– (κινώ, αναδεύω) (συγγενές των ὄρνυμι, οὔριος και αὔρα)
  3. ὁράω (συνηρημένο: ὁρῶ)

Σημασιολογία της λέξης τώρα

  1. αυτή τη στιγμή που μιλώ
    σε περιμένει τώρα
  2. τη σημερινή εποχή
    έτσι είναι τώρα τα πράγματα
  3. φιλικός τρόπος για να ξεκινήσει κανείς μια πρόταση
    ε, τώρα, τι να σου πω!
Sidebar