Ψυχή

ψυχή < αρχαία ελληνική ψυχή
ψυχή < ψύχω
ψύχω < αρχαία ελληνική ψύχω
ψύχω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰes– (παραπέμπει σε σχετικά με πνοή, φύσημα, κοινό στην ψυχή και στην ψύξη) ή προελληνικής ετυμολογικής προέλευσης

Σημασιολογία του ψυχή:

ψυχή θηλυκό

  1. η βασική αρχή της ανθρώπινης ύπαρξης, της ζωής του ανθρώπου
    και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή
  2. το άυλο βασικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης, σε αντιδιαστολή με το υλικό που είναι το σώμα
    μέχρι να βρει η ψυχή του ανθρώπου…
  3. το αθάνατο στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης
    Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του.
  4. ο συναισθηματικός, πνευματικός και ηθικός κόσμος του ανθρώπου
    έχει καλή ψυχή
  5. η καλοσύνη, η γενναιοδωρία ενός ανθρώπου
    δεν έχεις ψυχή;
  6. (κατ’ επέκταση) ο καλοσυνάτος, ο γενναιόδωρος άνθρωπος
    είναι μεγάλη ψυχή
  7. ο άνθρωπος ως άτομο
    στο δρόμο δεν υπήρχε ψυχή
  8. το θάρρος, η ανδρεία
    θέλει ψυχή να…
    ήταν άνθρωπος με ψυχή
  9. άτομο που με την παρουσία του και τις πράξεις του ενισχύει και εμπνέει θάρρος στο κοινωνικό σύνολο στο οποίο ανήκει
    ήταν η ψυχή της ομάδας
  10. (πλατωνικός αθεϊσμός) θεωρούμενο υπέρτατο όμως κίβδηλο ιδανικό που δεν δύναται να οριστεί όχι λόγω ανθρώπινης αδυναμίας αλλά γιατί δεν εμπεριέχεται στα “αιώνια αρχέτυπα” όπως τα ορίζουν διαφοροποιημένα οι πλατωνικοί αθεϊστές (όχι ο Πλάτωνας)
  11. (εντομολογία) η πεταλούδα
  12. (μουσική) (εξάρτημα οργάνου) μικρό ξυλαράκι μέσα στο ηχείο εγχόρδου μουσικού οργάνου, που βοηθά στη μετάδοση των δονήσεων των χορδών και είναι κρίσιμο για την ποιότητα του ήχου

Related Entries

Sidebar