Όνομα

όνομα < αρχαία ελληνική ὄνομα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₁nḗh₃mn̥

ὄνομα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₁nḗh₃mn̥· συγγενές με το (λατινικάnomen, το (σανσκριτικά) नामन् (nā́man), το (τοχαρικά Α) ñom, το (χεττιτική γλώσσα) 𒆷𒀀𒈠𒀭 (lāman), το (αγγλοσαξονικά) nama (αγγλικάname)

ὄνομα ουδέτερο (αιολικός τύποςὄνυμα)

Σημασιολογία:

  1. η λέξη με την οποία αποκαλείται ένας άνθρωπος ή ένας τόπος ή το επώνυμο
    • (για ανθρώπους) το “μικρό” όνομα, το βαφτιστικό
      του έδωσαν το όνομα του παππού του, Παύλος
      ποιο είναι το οικογενειακό όνομα της μητέρας σου;
  2. (μεταφορικά) η καλή ή κακή φήμη
    έχει βγάλει κακό όνομα
    του βγήκε το όνομα
  3. (γραμματική) όρος που περιλαμβάνει τα ουσιαστικά και τα επίθετα
  4. (Ορολογίακατασήμανση ατομικής έννοιας
Sidebar