ύπαρξη

Ετυμολογία: ύπαρξη < αρχαία ελληνική ὕπαρξις

υπάρχω < αρχαία ελληνική ὑπάρχω

ὑπάρχω < ὑπό + ἄρχω (βρίσκομαι σε κατάσταση υπό της αρχής)

ἄρχω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂érgʰ– (ἄρχω)

ἀρχή < ἄρχω

Σημασιολογία του ύπαρξη:

  1. το γεγονός του υπάρχω
    η ύπαρξη ζωής σε άλλον πλανήτη
  2. η ανθρώπινη ζωή, η υπόσταση
    τα μυστήρια της ύπαρξης
  3. κάθε ζωντανό ον και κυρίως ο άνθρωπος
    δυο νεαρές υπάρξεις

Related Entries

Sidebar