Etymologia Archive - Etymologia.gr

Ανείπωτος

Ετυμολογία: ανείπωτος < α στερητικό και είπα (αόριστος του λέγω) Σημασιολογία: κατά τρόπο που δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια, απερίγραπτα  

Άνοιξη

Ετυμολογία: άνοιξη < αρχαία ελληνική ἄνοιξις Σπάνια λέξη της αρχαίας ελληνικής (ἡ ἄνοιξις, -εως). Ετυμολογείται από το ρήμα ἀνοίγνυμι ή ἀνοίγω. Αρχικά λοιπόν σήμαινε το άνοιγμα. Η σημερινή σημασία είναι μεσαιωνική: Ὦ μυρισμένη μου ἄνοιξις, τοῦ χρόνουἀρχή καί νιότης (Μιχαήλ Σουμμάκης, Παστώρ φίδος, ἤγουν Ποιμήν πιστός,Βενετία 1638). Τότε, υποκατέστησε στη δημώδη Βυζαντινή την αρχαία λέξηἔαρ (που σήμερα επιβιώνει στο παράγωγο επίθετο εαρινός, δηλ. ανοιξιάτικος:εαρινή ισημερία), προφανώς για να δηλώσει εκφραστικότερα το «άνοιγμα» του καιρού μετά το… read more »

Αντίληψη

αντίληψη < ελληνιστική κοινή ἀντίληψις < αρχαία ελληνική ἀντιλαμβάνομαι < ἀντί + λαμβάνω λαμβάνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sleh₂gʷ– Σημασιολογία: το να αντιλαμβάνεται κανείς κάτι, να το καταλαβαίνει (με τη λογική ή τις αισθήσεις η ικανότητα ή η δυνατότητα κατανόησης και μάθησης γνώμη βοήθεια, προστασία, πρόνοια (στον πληθυντικό) αντιλήψεις: οι ιδέες, οι απόψεις, η νοοτροπία

Ανάγκη

ανάγκη < αρχαία ελληνική ἀνάγκη ἀνάγκη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *anḱ- (μοίρα, πεπρωμένο) Σημασιολογία: αναφέρεται σε κάτι που το επιβάλλουν τα ίδια τα πράγματα, άρα ένας εξωτερικός παράγοντας αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες και έχει να καλύψει έντονες βιοποριστικές ανάγκες ανάγκη, πιεστική επιθυμία, εξαναγκασμός λογική αναγκαιότητα πεπρωμένο κακοπάθεια, βασανισμός συγγενικός δεσμός αίματος

Αναπλήρωση

αναπλήρωση < αρχαία ελληνική ἀναπλήρωσις (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική suppléance) Σημασιολογία: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού αναπληρώνω

Ανάσκελα

ανάσκελα < μεσαιωνική ελληνική ανάσκελα < ανά + σκέλος σκέλος < αρχαία ελληνική σκέλος Σημασιολογία του σκέλος: (λόγιο) καθένα από τα δύο κάτω άκρα δίποδου ή τα πίσω άκρα τετράποδου (μεταφορικά) κάθε τι που μοιάζει με πόδι (γενικότερα) το καθένα από όμοια ή παρόμοια πράγματα και ειδικότερα όταν πρόκειται για δύο το δεύτερο σκέλος της εξισώσεως περιλαμβάνει μόνο τον άγνωστο χι τμήμα κοινού εννοιοσυνόλου (- αντικειμένου) μαζί με άλλα συστατικά,… read more »

Ανατολή

Ετυμολογία της λέξης ανατολή ανατολή < αρχαία ελληνική ἀνατολή < ἀνατέλλω ανα + τέλλω τέλλω < (ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) ) *tla-. Συγγενές με το (ιαπετικό) tela- (=υψώνω, σηκώνω). Με την έννοια συμπληρώνω < (ιαπετικό) qvel- (=περιστρέφω), συγγενές με το (αρχαία ελληνική ) πέλω Σημασιολογία της λέξης ανατέλλω ξεπροβάλλω από τον ορίζοντα, αναδύομαι ανατέλλει ο Ήλιος. στὴν πρώτη ἀχτίδα τοῦ ζεστοῦ τοῦ ἥλιου ὅπ᾿ ἀνατέλλει (Κ. Κρυστάλλης, 1890, “Ο Τρύγος”) (μεταφορικά) αναδύομαι στην επιφάνεια και… read more »

Άνθρωπος

Ετυμολογία της λέξης άνθρωπος ἄνθρωπος < μυκηναϊκή 𐀀𐀵𐀫𐀦 (a-to-ro-qo) αβέβαιης ετυμολογίας. Πιθανόν *ἄνδρωπος < ἀνήρ + ὤψ (αυτός που έχει ανδρική όψη).[1] Αλλά η ύπαρξη του < δ > (όπως στη γενική ἀνδρός) και η υπόθεση *ἄνδρωπος είναι προβληματική. Ο Beekes[2] υποστηρίζει ότι δεν είναι ινδοευρωπαϊκή λέξη, υποθέτοντας προελληνική προέλευση. Σημασιολογία της λέξης άνθρωπος άνθρωπος, αυτός που ανήκει στην ανθρώπινη φυλή ※…θεοὶ φύουσιν ἀνθρώποις φρένας / πάντων ὅσ᾽ ἐστὶ κτημάτων ὑπέρτατον… οι θεοί χαρίζουνε… read more »

Sidebar