Etymologia Archive - Σελίδα 2 από 4 - Etymologia.gr

αλώβητος

αλώβητος < ελληνιστική κοινή ἀλώβητος < α- + αρχαία ελληνική λωβάομαι / λωβῶμαι < λώβη λωβάομαι < λώβη ή αντιστρόφως λώβη < λωβάομαι (λώβη = βλάβη, κακομεταχείριση, αρρώστια) λώβη < λωβάομαι ή το αντίστροφο, δηλ. το λωβάομαι από τη λώβη < πιθανόν από πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα κοινή και στα λατινικά labor και labes (πτώση, γλίστρημα, ολίσθημα)  

αβυσσαλέος

αβυσσαλέος < άβυσσος άβυσσος αρχαία ελληνική ἄβυσσος < ἄβυσσος (επίθετο) < α- (στερητικό) + βυσσός (βυθός) βυσσός < ποιητικός τύπος του βυθός

αφουγκράζομαι

αφουγκράζομαι < μεσαιωνική ελληνική αφουκρούμαι < αρχαία ελληνική ἐπακροάομαι / ἐπακροῶμαι Σημασιολογία: προσέχω, για να ακούσω κάθε πιθανό ήχο

αρχολίπαρος

αρχολίπαρος < ελληνιστική κοινή < αρχή + λιπαρῶ (=επιθυμώ, επιζητώ)  

αξιολογώ

αξιολογώ < αξιόλογος + -ώ < αρχαία ελληνική ἀξιόλογος < ἄξιος + λέγω ἀξιόλογος < ἄξιος + λόγος λόγος < αρχαία ελληνική λόγος < λέγω  

ατόπημα

ατόπημα < ἄτοπος < στερητικό α- + τόπος άτοπος < αρχαία ελληνική ἄτοπος Σημασιολογία: η ακατάλληλη για τις περιστάσεις και συνθήκες ενέργεια υπέπεσε σε σοβαρά ατοπήματα σχετικά με την υπόθεση

αμαρτία

αμαρτία < αρχαία ελληνική ἁμαρτία ἁμαρτία < ἁμαρτάνω ἁμαρτάνω < (ίσως) ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂mert– (χάνω, σφάλλω) (α στερητικό + πιθανόν ρίζα σμαρ- ή μερ- όπου προσίθεται το πρόσφυμα τ = ασμαρτ με ταυτόχρονη τροπή του σ σε δασεία = ἁμαρτ και με τελικό πρόσφυμα -αν- = ἁμαρτάνω) Σημασιολογία: αποτυγχάνω να βρω το στόχο μου Ἀτρεΐδης… read more »

Αβγό

αβγό < μεσαιωνική ελληνική αβγό(ν) / αυγό(ν) < αρχαία ελληνική ᾠόν < ᾠϝόν < πρωτοελληνική *ōyyón < ινδοευρωπαϊκή *h₂ōwyóm ‎(αβγό) < *h₂éwis ‎(πουλί) (από τη συνεκφορά: τὰ ᾠά > ταωά > ταουγά > ταβγά > τ’ αβγά > αβγό· πβ. αφτί) ᾠόν < ᾠFόν < πρωτοελληνική *ōyyón < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂ōwyóm ‎(αβγό) < *h₂éwis ‎(πουλί) Σημασιολογία: το γονιμοποιημένο ωάριο, το γέννημα θηλυκών ζώων (πτηνών, ερπετών και ψαριών), που έχει σφαιρικό σχήμα και αποτελείται από το κέλυφος (αλλιώς τσόφλι), τις υποκελύφιες μεμβράνες, το λεύκωμα (αλλιώς, ασπράδι) και τη λέκιθο (αλλιώς κρόκο) το γέννημα κυρίως της κότας (γαστρονομία) το περιεχόμενο του αβγού ως τροφή αβγά μάτια : αβγά τηγανητά που δεν έχουν χτυπηθεί, ώστε το ασπράδι και ο… read more »

Αλεύρι

αλεύρι < μεσαιωνική ελληνική αλεύριν < αλεύριον υποκοριστικό του ἄλευρον (αρχαία ελληνική ) άλευρο < μεσαιωνική ελληνική ἀλεύριν < ἀλεύριον < αρχαία ελληνική ἄλευρον < ἀλῶ αλώ < συνηρημένος τύπος του ἀλέω (α΄πρόσωπο οριστικής και υποτακτικής ενεστώτα) αλέω < αλέθω  

Απεχθής

απεχθής < αρχαία ελληνική ἀπεχθής < από + ἐχθέω (μισώ) Σημασιολογία: που μας προκαλεί αισθήματα αντιπάθειας και απέχθειας  

Sidebar