Etymologia Archive - Etymologia.gr

διαίσθηση

διαίσθηση < ελληνιστική κοινή διαίσθησις < αρχαία ελληνική διαισθάνομαι < διά + αἰσθάνομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂ewisd– < *h₂ew– (βλέπω, παρατηρώ) (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική intuition) διαισθάνομαι < αρχαία ελληνική διαισθάνομαι < διά + αἰσθάνομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂ewisd– < *h₂ew– (βλέπω, παρατηρώ) αἰσθάνομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂ewisd– < *h₂ew– (βλέπω, παρατηρώ)  

δυσήνιος

δυσήνιος < αρχαία ελληνική δυσήνιος (δυσ- + ηνίο) ηνίο < αρχαία ελληνική ἡνία (μόνο πληθυντικός) Σημασιολογία: ανυπότακτος

Δημιουργία

δημιουργία < αρχαία ελληνική δημιουργία δημιουργώ < αρχαία ελληνική δημιουργέω / δημιουργῶ < δημιουργός < δῆμος + ἔργον δημιουργός < αρχαία ελληνική δημιουργός < δημιοεργός < δῆμος + ἔργον ἔργον < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wérǵom (ἔργον) < werǵ– (εργάζομαι, δημιουργώ) Σημασιολογία του δήμος: γη, χώρα μία από τις υποδιαιρέσεις της αρχαίας Αττικής που εισήχθησαν με τη μεταρρύθμιση του Κλεισθένη ο λαός, οι απλοί άνθρωποι (σπάνιο) αυτός που δεν κατάγεται από αριστοκρατικό γένος η δημοκρατική μερίδα σε μια αρχαία ελληνική πόλη η συνέλευση των πολιτών ως κυρίαρχο πολιτικό σώμα ἔδοξε τῇ… read more »

Δίκη

δίκη < αρχαία ελληνική δίκη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *deyḱ– δικαιοσύνη < αρχαία ελληνική δικαιοσύνη < δίκαιος < δίκη Σημασιολογία: δικαστική διαδικασία, εκδίκαση

δυσφορία

δυσφορία < δυσφορώ < δυσ + φέρω φέρω < αρχαία ελληνική φέρω φέρω< πρωτοελληνική *pʰérō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰéreti < *bʰer– (φέρω, μεταφέρω) (θέμα φερ- (φέρετρον) και με μετάπτωση φορ- (φόρος) και φαρ-(φαρέτρα) και φωρ- (φωριαμός) και οι άλλοι χρόνοι από θέμα ενεκ- και με ετεροίωση ενοκ|χ- και θέμα οισ- (οἰστός) Σημασιολογία: συναίσθημα ελαφράς αδιαθεσίας, αβολίας δυσφορία στο στομάχι συναίσθημα ελαφρού εκνευρισμού, δυσανασχέτηση δυσφορία της κυβέρνησης με τη στάση των τραπεζών

Δυσμενής

δυσμενής < αρχαία ελληνική δυσμενής μένος < αρχαία ελληνική μένος (επιθετική ορμή που συνοδεύεται συχνά από οργή, μανία) Σημασιολογία: (κατάσταση, πράγμα) που δεν ευνοεί την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου (πρόσωπο) που διάκειται εχθρικά ή αρνητικά απέναντι σε κάποιον ή κάτι

Διαταραχή

διαταραχή < ελληνιστική κοινή διαταραχή (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική trouble / αγγλική disorder) Σημασιολογία: η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαταράσσω    

Διαπόμπευση

διαπόμπευση < διαπομπεύω + -ση διαπομπεύω < ελληνιστική κοινή διαπομπεύω Σημασιολογία: το ρεζίλεμα, ο εξευτελισμός κάποιου δημόσια (λόγιο) χλευάζω, ρεζιλεύω κι εξευτελίζω δημόσια κάποιον  

Δέηση

δέηση < μεσαιωνική ελληνική δέησις < αρχαία ελληνική δέησις < δέω/δέομαι(έχω ανάγκη,χρειάζομαι) Σημασιολογία του δέω: (ενεργητική ενεστώτα μόνο στο γ’ πρόσωπο) → δείτε τη λέξη: δει → δείτε τη λέξη: πρέπει μπορώ να κάνω κάτι που το ήθελα από καιρό → δείτε τη λέξη: εδέησα καταδέχομαι να ασχοληθώ με κάτι επιτέλους, πότε θα δεήσει ο κύριος διευθυντής να ασχοληθεί με το ζήτημά μας (στο γ’ πρόσωπο, απροσώπως) για κάτι που επιτέλους έγινε… read more »

Δύσκολος

δύσκολος < αρχαία ελληνική δύσκολος < δυσ- + κόλον το τελικό τμήμα του παχέος εντέρου Σημασιολογία:   που δεν αντιμετωπίζεται εύκολα που απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια, δεξιότητες ή μόχθο για την επίτευξή του που δεν γίνεται εύκολα κατανοητός που δεν παρουσιάζει κάποιο πλεονέκτημα αλλά δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια και δυσχέρειες που δεν είναι κατάλληλος, που είναι απρόσφορος… read more »

Sidebar