Etymologia Archive - Etymologia.gr

μεταλαμπαδεύω

μεταλαμπαδεύω < παράγωγο του μεταλαμπάδευση Σημασιολογία: μετάδοση αξιών, γνώσης, ιδέας, -ών, παράδοσης, πολιτισμού, βαθύτερου νοήματος, αντίληψης, οπτικής, πάθους, δυναμικής, δεξιότητας, τεχνικής, πολιτικής-φιλοσοφικής-θεολογικής-αθεϊστικής θεώρησης, αφορά ιδέες και γνώση-γνώσεις

μηδενίζω

μηδενίζω < μηδέν + -ίζω μηδέν < αρχαία ελληνική μηδέν < μηδὲ + ἕν

μυθοπλασία

μυθοπλασία < από το μυθοπλάστης < μῦθος + πλάστης μῦθος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *mēwdʰ- (ή προελληνική )  

μεμψιμοιρώ

μεμψιμοιρώ < μεμψίμοιρος μεμψίμοιρος < αρχαία ελληνική μεμψίμοιρος μεμψίμοιρος < μέμφομαι + μοῖρα μέμφομαι < αρχαία ελληνική (μέμφομαι) μοῖρα < μείρομαι μείρομαι παίρνω μερίδιο, συμμετέχω

μοιρολάτρης

μοιρολάτρης < μοίρα + λάτρης λάτρης < αρχαία ελληνική λάτρις < λάτρον < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *leh₁y (παρέχω, κατέχω) μοίρα < αρχαία ελληνική μοῖρα μοῖρα < μείρομαι

μομφή

μομφή < αρχαία ελληνική επίπληξη, κατάκριση, κατηγορία

μοχθηρός

μοχθηρός < αρχαία ελληνική μοχθηρός μοχθηρός < μοχθέω < μόχθος (κόπος, ταλαιπωρία, επίπονη εργασία) Σημασιολογία: κακοπαθημένος, άθλιος, ελεεινός που μοχθεί (επίπονος, κοπιώδης, κουραστικός) άσχημος κακός, πανούργος

μελαγχολία

μελαγχολία < αρχαία ελληνική μελαγχολία < μελάγχολος < μέλας + χολή μέλας < αρχαία ελληνική μέλας μέλας, μέλαινα, μέλαν (λόγιο) μαύρος χολή < αρχαία ελληνική χολή < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵʰelh₃– (ανθίζω, πράσινος) – πικρό και πρασινωπό παχύρρευστο υγρό που εκκρίνεται από το συκώτι

Μπρούμυτα

μπρούμυτα < μεσαιωνική ελληνική μπρόμυτα < πρόμυτα < πρό + μύτη πρόμυτα < μεσαιωνική ελληνική πρόμυτα μύτη < μεσαιωνική ελληνική μύτη < αρχαία ελληνική μύτις (καθαρεύουσα) μπρούμυτα   με την μπροστινή πλευρά του σώματος και το πρόσωπο στραμμένα προς τα κάτω, με τη μύτη να κοιτάζει προς το έδαφος Κατά τήν λειτουργίαν, ἤπλωνα χαμαί το χράμι, ἐπί τοῦ ὁποίου ἔπιπτεν ἡ ἀσθενής πρόμυτα, διά να περάσουν τα ἅγια ἀπό ἐπάνω της. (Γεώργιος Βιζυηνός, Το αμάρτημα της μητρός μου)

Μάλα

μάλα, συγκριτικός μᾶλλον, υπερθετικός μάλιστα μᾶλλον < συγκριτικός βαθμός του μάλα Μᾶλλον, λίαν, πάνυ, πλέον. ἐκ τῆς μή ἀπαγορεύσεως καί τοῦ ἄλλον γίνεται (μή-αλλον) καί μᾶλλον. μᾶλλον τό (μα) μακρόν.

Sidebar