Etymologia Archive - Etymologia.gr

Οκνηρία

οκνηρία < ελληνιστική κοινή ὀκνηρία < ὀκνηρός οκνηρός < αρχαία ελληνική ὀκνηρός < ὄκνος (φόβος, δισταγμός)

ουτοπία

ουτοπία < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική utopia < αρχαία ελληνική οὐ + τόπος (από το έργο του Thomas More Utopia) τόπος < αρχαία ελληνική τόπος (< ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *top– (κείμαι) ή *tekʷ-)

ονειροπόλος

ονειροπόλος < αρχαία ελληνική ὀνειροπόλος < ὄνειρος / ὄνειρον + πόλος / πέλω (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική rêvasseur) ὄνειρος < ὄναρ + -ος πόλος < αρχαία ελληνική πόλος < πέλω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kʷel- (κινώ, γυρίζω) πέλω < αρχαία ελληνική ρίζ. πελ-

όχληση

όχληση < καθαρεύουσα: ὄχλησις < αρχαία: ὀχλῶ < όχλος   Όχλος Έχουν περάσει ήδη μερικές μέρες από το Πάσχα και βρήκαμε πάλι τους εργασιακούς μας ρυθμούς. Μαζί με αυτούς θυμηθήκαμε και δυσάρεστα πράγματα, το άτακτο πλήθος, για παράδειγμα, που συνήθως φωνάζει, χειρονομεί, είναι ανεξέλεγκτο, τον όχλο. Ακόμη, βέβαια, αντηχούν στα αυτιά μας οι οχλοκρατικές εκδηλώσεις κάποιας άλλης μακρινής εποχής και το σταύρωσον – σταύρωσον. Ο όχλος αρχικά… read more »

οίστρος

οίστρος < αρχαία ελληνική οἶστρος Σημασιολογία: αλογόμυγα, έντομο που προσβάλλει ζώα, πχ τα βοοειδή (ίσως Tabanus bovinus) δήγμα, τσίμπημα, οτιδήποτε οδηγεί σε μανία, παραφροσύνη έντονη επιθυμία, παράλογο πάθος Η κυκλική περίοδος της σεξουαλικής δραστηριότητας των μη ανθρώπινων θήλεων θηλαστικών, που χαρακτηρίζεται από συμφόρηση και έκκριση του βλεννογόνου της μήτρας, πολλαπλασιασμό του κολπικού επιθηλίου, διόγκωση του… read more »

Οιστρηλατώ

Έχει μπει ο καινούργιος χρόνος και είμαστε όλο γεμάτοι νέες ιδέες, νέες προσδοκίες. Έχουμε, επίσης, την έντονη επιθυμία να κάνουμε διαφορετικά πράγματα, αλλιώτικα από άλλες εποχές. Μας έχει πιάσει ο οίστρος, όπως λέμε. Κι όταν ο οίστρος μας κατακλύζει, τότε προσπαθούμε να τον μεταδώσουμε και στους άλλους, να τους εμπνεύσουμε. Στην περίπτωση αυτή  οιστρηλατούμε, καθοδηγούμε… read more »

Οδύνη

οδύνη < αρχαία ελληνική ὀδύνη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₁(e)dun-eh₂ (πόνος) πόνος < αρχαία ελληνική πόνος πόνος < πένομαι πένομαι < αρχαία ελληνική πένομαι Σημασιολογία: ψυχικός πόνος μεγάλης έντασης  

Ούζο

ούζο < τουρκική üzüm (σταφύλι) (Υπάρχει και η άποψη: < ιταλικά uso (Massalia): για εμπορική χρήση στη Μασσαλία. Ο γλωσσολόγος Κώστας Καραποτόσογλου (Ἐτυμολογικὲς παρατηρήσεις, Graeco–Arabica 3 (1984) 229-257) προτείνει: < μεσαιωνική ελληνική οὖζος =ὀπός, χυμός < τουρκική öz =ὀπός, χυμός) οὖζος < τουρκική öz ὀπός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sokʷos (χυμός) Σημασιολογία: είδος παραδοσιακού αλκοολούχου ποτού της Τουρκίας και της Ελλάδας με μεγάλη περιεκτικότητα σε αλκοόλ  

Ορμή

ορμή < αρχαία ελληνική ὁρμή Σημασιολογία: η κίνηση με μεγάλη ταχύτητα προς συγκεκριμένο σημείο (φυσική) διανυσματικό φυσικό μέγεθος το οποίο ισούται με το γινόμενο της μάζας ενός αντικειμένου επί την ταχύτητά του και συμβολίζεται διεθνώς με το λατινικό γράμμα p πρωταρχική ψυχική δύναμη που ωθεί έναν ζωντανό οργανισμό προς ενέργειες που αποσκοπούν στην επιβίωση, την αναπαραγωγή του είδους κλπ, ένστικτο κάποια φάρμακα γι’ αυτό… read more »

Ορμόνη

ορμόνη < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hormone + -όνη < αρχαία ελληνική ὁρμή\ Σημασιολογία: (ιατρική), (ενδοκρινολογία) χημική ουσία που παράγεται από μια ομάδα κυττάρων ή από ένα όργανο του οργανισμού και έχει ιδιαίτερη ρυθμιστική δράση στη δραστηριότητα άλλων κυττάρων ή οργάνων του σώματος

Sidebar