Etymologia Archive - Etymologia.gr

Πληρότητα

Σημασιολογικές μεταβάσεις από το «γεμίζω», το πληρώ στο «καταβάλλω χρήματα», στο πληρώνω και στο «προσωπικό τού πλοίου», στο πλήρωμα και σε σύνθετα όπως το πληροφορώ «ενημερώνω» εντάσσονται στα (φαινομενικώς) περίεργα που χαρακτηρίζουν την ετυμολογική εξέλιξη κάθε γλώσσας και, εν προκειμένω, τής Ελληνικής. Στην προκειμένη περίπτωση όλα ξεκινούν από το επίθετο πλήρης, που δήλωσε «τον γεμάτο… read more »

πανάκεια

πανάκεια < αρχαία ελληνική πανακής < παν- + ἄκος (θεραπεία, φάρμακο) ἄκος < ρίζα -ακ ή -ακεσ- Σημασιολογία: ἄκος ουδέτερο ίαση θεραπεία ανακούφιση ωφέλεια μέσο επιτυχίας

παλίρροια

παλίρροια < αρχαία ελληνική < παλιρ- (< πάλιν) + -ροια (< ῥοῦς < ῥέω) ῥοῦς < αρχαία ελληνική ῥοῦς ῥοῦς < ασυναίρετο στον Όμηρο και άλλους ῥόος < ῥέω ῥέω < *srew- (ρέω). Συγγενές με τα (σανσκριτικά) स्रवति (srávati), (αρχαία εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα) строуꙗ (struja, ροή), (αγγλικά) stream, (σλαβικά) ostrov

ποταπός

ποταπός < αρχαία ελληνική ποταπός (η σημερινή σημασία καθιερώθηκε στους μεσαιωνικούς χρόνους) δωρικός τύπος του ποδαπός Σημασιολογία: ηθικά ευτελής, τιποτένιος

πειθαρχώ

πειθαρχώ < αρχαία ελληνική πειθαρχέω (πείθομαι σε μία ἀρχή, σε μια εξουσία) πείθομαι < παθητική φωνή του ρήματος πείθω πείθω < αρχαία ελληνική πείθω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰeydʰ– (εμπιστεύομαι)  

πλούτος

πλούτος < αρχαία ελληνική πλοῦτος το πλούτος < ελληνιστική κοινή πλοῦτος (ουδέτερο) < αρχαία ελληνική πλοῦτος (αρσενικό) πλοῦτος < πίμπλημι πίμπλημι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pleh₁- (γεμίζω)

Πίστη

Πίστη < αρχαία ελληνική Πίστις

Πόνος

πόνος < αρχαία ελληνική πόνος πόνος < πένομαι πένομαι < αρχαία ελληνική πένομαι Σημασιολογία του πένομαι: (λόγιο) είμαι πάρα πολύ φτωχός , είμαι πένης (αμετάβατο) δουλεύω για το καθημερινό ψωμί μου, για τον επιούσιο (γενικά) μοχθώ, δουλεύω, κοπιάζω είμαι φτωχός ή πάμφτωχος (με γενική) είμαι φτωχός από, έχω ανάγκη, έχω έλλειψη, χρειάζομαι (μεταβατικό) δουλεύω, επεξεργάζομαι, προετοιμάζω, ετοιμάζω Σημασιολογία… read more »

Πυξ Λαξ

πυξ < αρχαία ελληνική πύξ < πυγμή λαξ < αρχαία ελληνική λάξ λάκτισμα, κλοτσιά «πυξ λαξ», δηλαδή με γροθιές και κλωτσιές, είναι μια φράση που χρησιμοποιείται κυρίως για τον τρόπο αποπομπής κάποιου. Είναι αρχαιοελληνική φράση, μόνο που τότε το αντίστοιχο ρεπερτόριο είχε περισσότερες ενέργειες: γνύξ, πύξ, λάξ, ὀδάξ : με γονατιές, γροθιές, κλοτσιές και δαγκωνιές). Οι Πυξ Λαξ ήταν ελληνικό εναλλακτικό μουσικό συγκρότημα, που είχε αξιοσημείωτη επιτυχία κατά τη δεκαπενταετή δισκογραφική πορεία του, έχοντας… read more »

Περιουσία

περιουσία < αρχαία ελληνική περιουσία < περίειμι < περί + ουσία Σημασιολογία: ο πλούτος σε κινητά και ακίνητα αγαθά που κατέχει κάποιος  

Sidebar