Etymologia Archive - Etymologia.gr

Συνειδητότητα

συνειδητότητα θηλυκό κατάσταση επίγνωσης ποιοτικό χαρακτηριστικό της επίγνωσης επίγνωση-αντίληψη εσωτερικών ή εξωτερικών (για τον άνθρωπο) γεγονότων η ικανότητα να ορίζεις το σώμα σου, τις ενέργειές/πράξεις σου, τις ιδέες/σκέψεις σου κινητικότητα και αισθητικότητα ικανότητα να αισθάνεσαι/νιώθεις και να βιώνεις/να έχεις εμπειρίες βλ. και συνείδηση

Συνείδηση

συνείδηση < αρχαία ελληνική συνείδησις < σύν + εἴδησις < οἶδα οἶδα < Ϝοιδ- κατά ετεροίωση από το θέμα Ϝειδ- του ρήματος εἴδω εἴδω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *weyd– (βλέπω, γνωρίζω) Ετυμολογία: Η λέξη συνείδηση προέρχεται από το απαρέμφατο συν-ειδέναι < οίδα = γνωρίζω, (σύν+οιδα) = γνωρίζω καλώς, εξ ιδίας αντιλήψεως που αποδόθηκε και στα λατινικά με την ακριβή εννοιολογική της σημασία, ως conscientia, που σημαίνει γνωρίζω πλήρως. Την ίδια λέξη χρησιμοποιεί πρώτος ο Γάλλος φιλόσοφος Ντεκάρτ και λίγο… read more »

Σύμπτωση

σύμπτωση < αρχαία ελληνική σύμπτωσις < σύν + πίπτω πίπτω < αρχαία ελληνική πίπτω πίπτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *peth₂- (πετώ)

συγχρονισμός

συγχρονισμός < ελληνιστική κοινή < συγχρονίζω < σύγχρονος + -ίζω σύγχρονος < αρχαία ελληνική σύγχρονος  

σύναψη

σύναψη < αρχαία ελληνική σύναψις < συνάπτω < σύν + ἅπτω ἅπτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ap- (αγγίζω)  

Συμβατός

συμβατός < μεταγενέστερη ελληνική συμβατός < συμβαίνω συμβαίνω < αρχαία ελληνική συμβαίνω συμβαίνω < συν + βαίνω βαίνω < αρχαία ελληνική βαίνω βαίνω < πρωτοελληνική *gʷəňňō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷm̥yéti < *gʷem– + *-yéti. Συγγενές με το (λατινικά) venio. Σημασιολογία του συμβαίνω: στέκομαι με τα πόδια ενωμένα (όπως οι κούροι) ὅταν γάρ τι ἀπὸ τῆς γῆς ἄρασθαι βούλωνται, διαβαίνοντες πάντες μᾶλλον ἢ συμβεβηκότες ἐπιχειροῦσιν αἴρεσθαι. :όπως και οι άνθρωποι, όταν θέλουν να σηκώσουν κάτι από τη γη, ανοίγουν τη δρασκελιά τους μάλλον… read more »

Συγχωρώ

Ετυμολογία: συγχωρώ < αρχαία ελληνική συγχωρῶ (συγχωρέω) συγχωρέω < σύν + χωρέω χωρέω < χῶρος Σημασιολογία του χωρέω: κάνω χώρο για να χωρέσουν κι άλλοι, χωράω εγώ, τρυπώνω, χώνομαι και μπαίνω, ή χώνομαι κάπου και φεύγω τὰ τοξεύματα ἐχώρει διὰ τῶν ἀσπίδων ἐχώρησαν πάλιν αὖτις τὸ ὕδωρ κατὰ τὰς τάφρους ἐχώρει κρητὴρ χωρέων ἀμφορέας ἑξακοσίους οὐκ ἐχώρει αὐτοὺς ἡ γῆ κατοικεῖν ἅμα : η γη δεν τους χωρούσε και τους δυο υποχωρώ γαῖα ἔνερθε χώρησεν: η γη “χώρεσε” το χώμα μέσα της, δηλαδή υποχώρησε το… read more »

Συνουσία

συνουσία < αρχαία ελληνική συνουσία < συν + ουσία Σημασιολογία: η σεξουαλική πράξη, το γαμήσι γαμήσι < μεσαιωνική ελληνική γαμήσει < αρχαία ελληνική γαμήσειν, απαρέμφατος μέλλοντας του γαμῶ (νυμφεύομαι)

Σουρεαλισμός

σουρεαλισμός < γαλλική surréalisme\ υπερρεαλισμός < γαλλική surréalisme από sur = υπέρ + réalisme = ρεαλισμόςΟ όρος “υπερρεαλισμός (ή “σουρεαλισμός“, όπως προτιμούν μερικοί) εμφανίζεται για πρώτη φορά στα 1917 και ανήκει στον περίφημο Γάλλο ποιητή Guillaume Apollinaire. ρεαλισμός < γαλλική réalisme < λατινική realis < res < πρωτοϊταλικά *reis < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *reh₁ís Σημασιολογία: καλλιτεχνικό ρεύμα που βασίστηκε στη θεωρία της ψυχανάλυσης και ειδικά στην αξιοποίηση πληροφοριών από το ασυνείδητο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα του 20ού αιώνα που επιδίωξε την έκφραση του υποσυνείδητου κόσμου, χωρίς λογικό έλεγχο, χωρίς ηθικούς και αισθητικούς… read more »

Σύγκρουση

σύγκρουση < αρχαία ελληνική σύγκρουσις Σημασιολογία: ορμητική πτώση ενός κινούμενου αντικειμένου πάνω σε άλλο κινούμενο ή ακίνητο αντικείμενο θανατηφόρα μετωπική σύγκρουση δύο αυτοκινήτων πολεμική, αθλητική, πολιτική ή άλλου είδους μάχη, αναμέτρηση, διαφωνία αναντιστοιχία, ασυμβατότητα οι απόψεις σου έρχονται σε σύγκρουση με την κοινή λογική (πληροφορική) η εσφαλμένη υπαγωγή περιοχής δίσκου, κάρτας μνήμης ή άλλου φορέα δεδομένων σε διαφορετικά (περισσότερα του ενός) αναγνωριστικά (αναγνωριστικούς κώδικες)  

Sidebar