Etymologia Archive - Etymologia.gr

υπερφίαλος

υπερφίαλος < αρχαία ελληνική ὑπερφίαλος ομόρ. του φύω ὑπερφίαλος < ὑπέρ + φύω + -αλος (μάλλον όχι < ὑπέρ + φιάλη) φιάλη < αρχαία ελληνική φιάλη φιάλη < αβέβαιη ετυμολογία, πιθανόν συγγενής ρίζα με το φιαρός (στιλπνός, λιπαρός) ή τα “πίνω” και “πίων” (ελαιώδες, εύφορο)

ύπαρξη

Ετυμολογία: ύπαρξη < αρχαία ελληνική ὕπαρξις υπάρχω < αρχαία ελληνική ὑπάρχω ὑπάρχω < ὑπό + ἄρχω (βρίσκομαι σε κατάσταση υπό της αρχής) ἄρχω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂érgʰ– (ἄρχω) ἀρχή < ἄρχω Σημασιολογία του ύπαρξη: το γεγονός του υπάρχω η ύπαρξη ζωής σε άλλον πλανήτη η ανθρώπινη ζωή, η υπόσταση τα μυστήρια της ύπαρξης κάθε ζωντανό… read more »

υβριδικός

υβριδικός < ουσιαστικό υβρίδιο + κατάληξη -ικός υβρίδιο < γαλλική hybride < λατινική hybrida < αρχαία ελληνική ὕβρις (αντιδάνειο) ὕβρις < αρχαία ελληνική πρόθεση και επίρρημα ὑπέρ ή ίσως από ὕς + βαρύς / βριαρός ύβρις = βία που προέρχεται από υπερβολική αίσθηση δύναμης Σημασιολογία της λέξης υβρίδιο: (βιολογία): το φυτό ή ζώο που έχει… read more »

Υστερία

υστερία < αρχαία ελληνική ὑστερία Σημασιολογία: ψυχιατρ. ψυχική διαταραχή ενός η περισσοτέρων σπανιότερα συμπτωμάτων χωρίς να εντοπίζεται το οργανικό αίτιο. Με τον όρο υστερία, (Hysteria) που έχει αντικατασταθεί σήμερα από τον όρο μετατρεπτική διαταραχή, εννοείται στην ψυχολογία μια μορφή σωματομορφικής διαταραχής κατά την οποία το άγχος και οι ψυχολογικές πιέσεις μετατρέπονται σε οργανικά συμπτώματα, όπως είναι η παράλυση, η τύφλωση και η κώφωση. Κατά τους περασμένους αιώνες πιστευόταν ότι… read more »

Υπερβολικός

υπερβολικός < ελληνιστική κοινή ὑπερβολικός < ὑπέρ + βάλλω Σημασιολογία του υπερβολικός: που ξεπερνά τα συνηθισμένα όρια ως προς την ποσότητα ή την ένταση στο κέντρο έχει συνήθως υπερβολική φασαρία μεγαλύτερος από το επιτρεπτό ή από το ανεκτό πέθανε από υπερβολική χρήση ναρκωτικών (για πρόσωπο) που υπερβάλλει μιλώντας μη γίνεσαι υπερβολικός που αναφέρεται στη γεωμετρική… read more »

υποκατάστατο

Ετυμολογία της λέξης υποκατάστατο υποκατάστατο < ελληνιστική κοινή ὑποκατάστα(σις) + -ση εκ του ρήματος υποκαθιστώ υποκαθιστώ < υπο- + καθιστώ < ελληνιστική κοινή ὑποκαθίστημι με μεταπλασμό κατά το καθίστημι καθίστημι < κατά και ἵστημι ἵστημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stísteh₂– < *steh₂– (ἵστημι) (Ομόρριζο με το λατινικό sto, το γερμανικό stehen κ.ά.) Σημασιολογία της λέξης υποκατάστατο οτιδήποτε μπορεί να υποκαταστήσει ή να αναπληρώσει κάτι άλλο

Sidebar